
Η ακράτεια ούρων είναι η ακούσια απώλεια ούρων, η οποία μπορεί να συμβεί για διάφορους λόγους και σε διαφορετικές καταστάσεις. Είναι ένα κοινό πρόβλημα που επηρεάζει πολλές γυναίκες και άνδρες, αν και συναντάται συχνότερα στις γυναίκες, ιδίως σε μεγαλύτερες ηλικίες. Η ακράτεια ούρων μπορεί να κυμαίνεται από ήπια, όπου υπάρχει μικρή διαρροή, έως σοβαρή, με πλήρη αδυναμία ελέγχου.
Πρόκειται για ακούσια απώλεια ούρων όταν υπάρχει πίεση στην κοιλιά, όπως κατά τη διάρκεια βήχα, φτερνίσματος, γέλιου, άσκησης ή ανύψωσης βαριών αντικειμένων. Αυτό είναι το πιο συνηθισμένο είδος ακράτειας στις γυναίκες.
Συνδέεται με έντονη, ξαφνική επιθυμία να ουρήσετε (επείγουσα ανάγκη), που συχνά δεν μπορεί να ανασταλεί, με αποτέλεσμα να χάνονται ούρα πριν φτάσετε στην τουαλέτα. Είναι χαρακτηριστικό της υπερκινητικότητας της ουροδόχου κύστης.
Είναι ένας συνδυασμός της ακράτειας από προσπάθεια και της επιτακτικής ακράτειας. Δηλαδή, μπορεί να υπάρχουν περιπτώσεις που προκαλείται από πίεση στην κοιλιά, αλλά και από την έντονη ανάγκη να ουρήσετε.
Συμβαίνει όταν η ουροδόχος κύστη δεν αδειάζει πλήρως, με αποτέλεσμα την υπερβολική ποσότητα ούρων να ξεχειλίζει και να χύνεται. Αυτό συνήθως σχετίζεται με προβλήματα στον προστάτη στους άνδρες ή με βλάβες στις νευρικές ώσεις που ελέγχουν την κύστη.
Ακούσια απώλεια ούρων κατά τη διάρκεια του ύπνου, η οποία μπορεί να οφείλεται σε υπερβολική ποσότητα υγρών που καταναλώνονται πριν τον ύπνο, σε προβλήματα με την ουροδόχο κύστη ή σε καταστάσεις όπως η υπνική άπνοια.
Σε περιπτώσεις χαλάρωσης των κολπικών τοιχωμάτων, υπάρχει περίπτωση η ασθενής να μην έχει ακράτεια, αλλά αυτή να εκδηλωθεί εάν χρειαστεί να διορθωθεί χειρουργικά η χαλάρωση. Σε αυτές τις περιπτώσεις αναγνωρίζεται στην εξέταση του ουροδυναμικού ελέγχου και η ασθενής ενημερώνεται για τους τρόπους πρόληψης αυτού του φαινομένου.
Οι αιτίες της ακράτειας ούρων ποικίλουν και περιλαμβάνουν:
Η αποδυνάμωση των μυών που ελέγχουν την ουροδόχο κύστη ή το πυελικό έδαφος (συνήθως μετά από τοκετό ή λόγω γήρανσης) μπορεί να οδηγήσει σε ακράτεια από προσπάθεια.
Η εγκυμοσύνη και η γέννα μπορεί να ασκήσουν πίεση στην ουροδόχο κύστη ή να προκαλέσουν ζημιά στους μύες του πυελικού εδάφους, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε ακράτεια.
Στις γυναίκες, η μείωση των οιστρογόνων κατά την εμμηνόπαυση μπορεί να οδηγήσει σε εξασθένηση των μυών του πυελικού εδάφους, αυξάνοντας την πιθανότητα ακράτειας.
Λοιμώξεις, όπως η κυστίτιδα, μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμό και υπερδραστηριότητα της κύστης, οδηγώντας σε επιτακτική ακράτεια.
Η υπερδραστηριότητα της κύστης, όπου η κύστη συσπάται αυθόρμητα και προκαλεί έντονη επιθυμία για ούρηση, μπορεί να προκαλέσει επιτακτική ακράτεια.
Καταστάσεις όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας, η Πάρκινσον και τα τραύματα του νωτιαίου μυελού μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα του νευρικού συστήματος να ελέγχει την κύστη και να προκαλέσουν ακράτεια.
Η υπερβολική κατανάλωση υγρών ή ουσιών που ερεθίζουν την ουροδόχο κύστη, όπως η καφεΐνη, μπορεί να εντείνει την επιθυμία για ούρηση ή να προκαλέσει επιτακτική ακράτεια.
Ο διαβήτης μπορεί να προκαλέσει νευρική βλάβη στην ουροδόχο κύστη, καθώς και υπερβολική παραγωγή ούρων, και να οδηγήσει σε ακράτεια.
Ορισμένα φάρμακα, όπως τα διουρητικά, που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία υπέρτασης ή κατακράτησης υγρών, μπορεί να εντείνουν την ανάγκη για συχνότερη ούρηση.
Η διάγνωση βασίζεται στην ιστορικό και κλινική εξέταση, καθώς και σε ειδικές εξετάσεις όπως:
Εξετάσεις για να ελεγχθούν πιθανές λοιμώξεις του ουροποιητικού ή άλλες ανωμαλίες.
Μια σειρά εξετάσεων για να μετρηθεί η λειτουργία της ουροδόχου κύστης και της ουρήθρας, όπως η μέτρηση της πίεσης της κύστης κατά τη διάρκεια της ούρησης.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ελεγχθεί η κατάσταση της ουροδόχου κύστης και των νεφρών.
Η θεραπεία εξαρτάται από την αιτία της ακράτειας και μπορεί να περιλαμβάνει:
Ασκήσεις πυελικού εδάφους (Kegel)
Αυτές οι ασκήσεις βοηθούν στην ενίσχυση των μυών που ελέγχουν την ουροδόχο κύστη και μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη ή την ανακούφιση της ακράτειας από προσπάθεια.
Αν η ακράτεια είναι επιτακτική, φάρμακα που χαλαρώνουν τη μυϊκή δραστηριότητα της κύστης (π.χ. αντιχολινεργικά φάρμακα) μπορεί να χρησιμοποιηθούν για να μειώσουν την επιθυμία για ούρηση.
Ορισμένα φάρμακα μπορούν να βοηθήσουν στην ενίσχυση των μυών της ουρήθρας ή να μειώσουν την παραγωγή ούρων.
Είναι μια θεραπεία όπου χρησιμοποιούνται αισθητήρες για να βοηθήσουν την εκπαίδευση των μυών του πυελικού εδάφους ή της ουροδόχου κύστης.
Σε σοβαρές περιπτώσεις ακράτειας, μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική επέμβαση, όπως τοποθέτηση ειδικού πλέγματος κάτω από την ουρήθρα. Επίσης εάν συνδυάζεται με χαλάρωση των κολπικών τοιχωμάτων μπορεί να απαιτηθεί προσθιοπίσθια κολπορραφία ή και υστερεκτομή.
Η ακράτεια ούρων μπορεί να έχει σημαντική επίδραση στην ποιότητα ζωής, αλλά υπάρχουν διάφορες επιλογές θεραπείας που μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση του προβλήματος και στην αποκατάσταση του ελέγχου της ούρησης.
Βρείτε μας
Λεωφ. Κηφισίας 340, Χαλάνδρι 152 33
2106835484