
Η μείωση της libido (ή της σεξουαλικής επιθυμίας) είναι ένα κοινό πρόβλημα που μπορεί να επηρεάσει άνδρες και γυναίκες, και μπορεί να προκληθεί από διάφορους παράγοντες, όπως ορμονικές αλλαγές, ψυχολογικά ζητήματα, ή υγειονομικές καταστάσεις. Σε πολλές περιπτώσεις, η μείωση της libido μπορεί να είναι προσωρινή, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να είναι πιο παρατεταμένη και να απαιτεί ιατρική ή ψυχολογική βοήθεια.
Στις γυναίκες η μείωση της libido μπορεί να σχετίζεται με τις ορμονικές αλλαγές που συμβαίνουν κατά την εμμηνόπαυση, τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή το θηλασμό. Οι χαμηλότερες συγκεντρώσεις οιστρογόνων και τεστοστερόνης μπορεί να επηρεάσουν τη σεξουαλική επιθυμία.
Στους άνδρες η πτώση των επιπέδων τεστοστερόνης με την ηλικία ή η εμφάνιση υπογοναδισμού μπορεί να μειώσει τη σεξουαλική επιθυμία.
Το άγχος, η κατάθλιψη, ή άλλες ψυχικές καταστάσεις μπορούν να μειώσουν τη libido, καθώς οι ψυχολογικές πιέσεις επηρεάζουν την ικανότητα του ατόμου να απολαμβάνει τη σεξουαλικότητα.
Οι αρνητικές σκέψεις για το σώμα ή η ανησυχία για τη σεξουαλική απόδοση μπορεί να εμποδίσουν τη σεξουαλική επιθυμία.
Ορισμένα φάρμακα, όπως αντικαταθλιπτικά, αντισυλληπτικά χάπια, φάρμακα για την πίεση ή ηρεμιστικά, μπορεί να προκαλέσουν μείωση της libido ως παρενέργεια. Αυτά τα φάρμακα μπορούν να επηρεάσουν τη σεξουαλική επιθυμία και να μειώσουν τη σεξουαλική λειτουργία.
Παθήσεις όπως ο διαβήτης, η υπέρταση, οι ορμονικές διαταραχές (όπως ο υποθυρεοειδισμός ή ο υπερθυρεοειδισμός), η καρδιοπάθεια και άλλες χρόνιες καταστάσεις υγείας μπορούν να επηρεάσουν τη σεξουαλική επιθυμία.
Η παχυσαρκία ή η έλλειψη άσκησης μπορεί επίσης να συνδεθούν με μειωμένη libido.
Αρνητική επικοινωνία ή ασυμφωνία στις σεξουαλικές ανάγκες μεταξύ των συντρόφων μπορεί να επηρεάσει την επιθυμία για σεξ. Τα ζητήματα στην σχέση, όπως η έλλειψη συναισθηματικής οικειότητας ή η διαρκής σύγκρουση, μπορεί να έχουν αρνητική επίδραση στην σεξουαλική επιθυμία.
Η σεξουαλική κακοποίηση ή τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος μπορεί επίσης να επηρεάσουν αρνητικά τη libido.
Ένας ανθυγιεινός τρόπος ζωής, όπως η κακή διατροφή, η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ ή η χρήση ναρκωτικών, μπορεί να συμβάλει στην μείωση της libido.
Η έλλειψη ύπνου ή η συνεχής κούραση μπορεί επίσης να επηρεάσει τη σεξουαλική επιθυμία.
Η θεραπεία εξαρτάται από την υποκείμενη αιτία της μείωσης της libido και μπορεί να περιλαμβάνει:
Σε κάποιες περιπτώσεις, τα φάρμακα μπορεί να βοηθήσουν. Στις γυναίκες, τα οιστρογονικά σκευάσματα ή οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) και η DHEA,μπορούν να είναι χρήσιμα για τη βελτίωση της libido.
Στους άνδρες, η θεραπεία υποκατάστασης τεστοστερόνης μπορεί να βελτιώσει τη σεξουαλική επιθυμία σε άτομα με χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης.
Η ψυχοθεραπεία ή η σεξουαλική θεραπεία μπορεί να βοηθήσει, ειδικά εάν τα ψυχολογικά ή τα συναισθηματικά προβλήματα είναι η αιτία. Η θεραπεία μπορεί να επικεντρωθεί στην ανακούφιση από το άγχος, την κατάθλιψη ή τα συναισθηματικά τραύματα.
Αν τα ζητήματα σχέσης επηρεάζουν τη libido, η συμβουλευτική για ζευγάρια μπορεί να βοηθήσει στην αποκατάσταση της επικοινωνίας και της συναισθηματικής οικειότητας.
Η βελτίωση της φυσικής υγείας μέσω άσκησης και υγιεινής διατροφής μπορεί να αυξήσει τη σεξουαλική επιθυμία. Η σωματική άσκηση μπορεί να αυξήσει τα επίπεδα ενέργειας και να βελτιώσει τη διάθεση, ενώ η καλή διατροφή μπορεί να υποστηρίξει την ορμονική ισορροπία.
Η μείωση του άγχους μέσω τεχνικών χαλάρωσης, όπως ο διαλογισμός και η γιόγκα, καθώς και η εξασφάλιση επαρκούς ύπνου, μπορεί να βοηθήσουν στη βελτίωση της libido.
Αν η μείωση της libido οφείλεται σε ορμονικές αλλαγές λόγω εμμηνόπαυσης, οι θεραπείες ορμονικής υποκατάστασης (HRT) μπορεί να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της σεξουαλικής επιθυμίας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, ειδικά για τις γυναίκες με χαμηλά επίπεδα τεστοστερόνης, η θεραπεία με τεστοστερόνη μπορεί να βελτιώσει τη libido.
Βρείτε μας
Λεωφ. Κηφισίας 340, Χαλάνδρι 152 33
2106835484